τορπιλίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /tɔɾ.pi.ˈli.zɔ/
Ρήμα [
]
τορπιλίζω, παρατ.: τορπίλιζα, στιγμ. μέλλ.: θα τορπιλίσω, αόρ.: τορπίλισα , παθ.φωνή: τορπιλίζομαι , μτχ.π.π.: τορπιλισμένος
- (μεταβατικό) χτυπώ χρησιμοποιώντας τορπίλη
- ο στόλος τορπίλισε το εχθρικό υποβρύχιο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί.
- (μεταφορικά) εμποδίζω με δόλιες ενέργειες να πραγματοποιηθεί κάτι
- ο πολιτικός επέλεξε να τορπιλίσει τις συνομιλίες με το αντίπαλο κόμμα, ώστε να παραταθεί η πολιτική αβεβαιότητα.
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
τορπιλίζω