τορπιλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τορπιλίζω < από το ουσιαστικό τορπίλη + -ίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɔɾ.pi.ˈli.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

τορπιλίζω, παρατ.: τορπίλιζα, στιγμ. μέλλ.: θα τορπιλίσω, αόρ.: τορπίλισα , παθ.φωνή: τορπιλίζομαι , μτχ.π.π.: τορπιλισμένος

  1. (μεταβατικό) χτυπώ χρησιμοποιώντας τορπίλη
    ο στόλος τορπίλισε το εχθρικό υποβρύχιο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί.
  2. (μεταφορικά) εμποδίζω με δόλιες ενέργειες να πραγματοποιηθεί κάτι
    ο πολιτικός επέλεξε να τορπιλίσει τις συνομιλίες με το αντίπαλο κόμμα, ώστε να παραταθεί η πολιτική αβεβαιότητα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]