τοστ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τοστ < αγγλική toast
Ουσιαστικό [
]
τοστ ουδέτερο άκλιτο
- πρόχειρο φαγητό από δύο φέτες ψωμί τετράγωνου σχήματος γεμισμένες με φέτες από τυρί, ζαμπόν ή κάτι άλλο· ψήνεται σε συσκευή με δύο μαντεμένιες πλάκες (τοστιέρα)
- (κατ' επέκταση) κάθε σάντουιτς ψημένο σε τοστιέρα
[
]
Μεταφράσεις [
]
τοστ