τουαλέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τουαλέτα | τουαλέτες |
| γενική | τουαλέτας | τουαλετών |
| αιτιατική | τουαλέτα | τουαλέτες |
| κλητική | τουαλέτα | τουαλέτες |
[
]
Ετυμολογία
τουαλέτα < γαλλική toilette
[
]
Ουσιαστικό
τουαλέτα (3) σε αεροπλάνο που περιλαμβάνει και νιπτήρα
τουαλέτα (4) (η λεκάνη της τουαλέτας) με σηκωμένο το καπάκι
τουαλέτα θηλυκό
- ονομασία που περιλαμβάνει σχεδόν κάθε επίσημο ή/και πολυτελές γυναικείο φόρεμα
- έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και περιλαμβάνει καθρέφτη
- εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
Συνώνυμα
Πολυλεκτικοί Όροι
- η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
- η διαδικασία της σωματικής υγιεινής
- θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της
[
]
Μεταφράσεις
επίσημο φόρεμα
διαδικασία προσωπικής περιποίησης και υγιεινής