τουλίπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τουλίπα | τουλίπες |
| γενική | τουλίπας | τουλιπών |
| αιτιατική | τουλίπα | τουλίπες |
| κλητική | τουλίπα | τουλίπες |
[
]
Ετυμολογία
- τουλίπα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
τουλίπα θηλυκό