τούβλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τούβλο τούβλα
γενική τούβλου τούβλων
αιτιατική τούβλο τούβλα
κλητική τούβλο τούβλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τούβλο < λατινική tubulus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τούβλο ουδέτερο

  • αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
  • (μεταφορικά, μειωτικά) άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]