τούβλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τούβλο | τούβλα |
| γενική | τούβλου | τούβλων |
| αιτιατική | τούβλο | τούβλα |
| κλητική | τούβλο | τούβλα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
τούβλο ουδέτερο
- αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
- (μεταφορικά, μειωτικά) άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα