τράγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τράγος | τράγοι |
| γενική | τράγου | τράγων |
| αιτιατική | τράγο | τράγους |
| κλητική | τράγε | τράγοι |
Ετυμολογία [
]
- τράγος < αρχαία ελληνική τράγος
Ουσιαστικό [
]
τράγος αρσενικό
Εκφράσεις [
]
- αποδιοπομπαίος τράγος : αυτός στον οποίον ρίχνουμε την ευθύνη, το εξιλαστήριο θύμα
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
τράγος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
τράγος < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
τράγος αρσενικό