τράπεζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Τράπεζα, τραπέζι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τράπεζα τράπεζες
γενική τράπεζας τραπεζών
αιτιατική τράπεζα τράπεζες
κλητική τράπεζα τράπεζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τράπεζα < αρχαία ελληνική τράπεζα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷtur-ped-ih₂- (που έχει τέσσερα πόδια)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈtɾa.pɛ.za/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τράπεζα θηλυκό

  1. τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση
    τράπεζα προσφορών, Αγία Τράπεζα
  2. (θρησκεία) (αρχιτεκτονική) το κτήριο της τραπεζαρίας σ' ένα μοναστήρι
  3. πιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων, παραχωρεί δάνεια, διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια για λογαριασμό των πελατών του κ.λπ.
    οι καταθέσεις του στην τράπεζα εξανεμίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου
  4. (συνεκδοχικά) το κτήριο που στεγάζει ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας
    ο Γιάννης πετάχτηκε στην τράπεζα για κάτι δουλειές
  5. γενικότερα ένας τόπος όπου κατατίθενται προς φύλαξη υλικά ή άυλα αγαθά προκειμένου να είναι προσιτά σε μελλοντική ζήτηση
    τράπεζα αίματος, τράπεζα σπέρματος, τράπεζα θεμάτων για εξετάσεις

32πχ Μεταφράσεις[]