τρέφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τρέφω < αρχαία ελληνική τρέφω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
τρέφω, παρατ.: έτρεφα, στιγμ. μέλλ.: θα θρέψω, αόρ.: έθρεψα , παθ.φωνή: τρέφομαι , μτχ.π.π.: θρεμμένος
- παρέχω σε κάποιον τροφή, φαγητό
- παρέχω σε κάποιον τα μέσα για να ζήσει
- έχω, νιώθω
- τρέφω μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του
- αφήνω να αναπτυχθεί
- τρέφω μούσι
- εκτρέφω ζώα
- (για τραύμα / πληγή) επουλώνομαι, κλείνω