τρέχω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τρέχω < αρχαία ελληνική
[
]
Ρήμα
τρέχω
- χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ γρήγορα
- συμμετέχω σε αγώνα δρόμου ή ταχύτητας
- κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο
- ενεργώ με ταχύτητα για να αντιμετωπίσω κάτι επείγον, σπεύδω
- τρέξε να πάρεις τηλέφωνο το πρώτων βοηθειών!
- (μεταφορικά) κινούμαι, εξελίσσομαι, αλλάζω
- οι εξελίξεις τρέχουν και δυσκολεύομαι να τις παρακολουθήσω
- (μεταφορικά) έχω μια ορισμένη τιμή
- ο πληθωρισμός τρέχει με 4%
- ρέω, κυλώ (για υγρά)
- για αντικείμενα από τα οποία ρέει ή στάζει έννα υγρό
- τρέχει η μύτη σου
- (πληροφορική) για ένα πρόγραμμα που είναι ενεργό
- όταν τρέχει το πρόγραμμα αυτό, ο υπολογιστής μου γίνεται πολύ αργός
- θέτω σε λειτουργία ή χρησιμοποιώ ένα πρόγραμμα
- όταν έτρεξα την καινούρια έκδοση του προγράμματος αυτού, είδα μεγάλη διαφορά
[
] Εκφράσεις
- τρέχω όλη μέρα : έχω πολλές δουλειές να κάνω και είμαι σε διαρκή κίνηση όλη μέρα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
τρέχω