τρέχων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τρέχων < από τη μετοχή του ρήματος τρέχω
Επίθετο [
]
τρέχων αρσενικό, τρέχουσα θηλυκό, τρέχον ουδέτερο
- που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
- Η τρέχουσα χρονική περίοδος
- Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.
- που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή
- Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.
- που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες
- Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.
- Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.
Αντώνυμα [
]
- έκτακτος (μη έχων σχέση με τις καθημερινές ανάγκες)