τρέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τρέχων < από τη μετοχή του ρήματος τρέχω

[] Open book 01.svg Επίθετο

τρέχων αρσενικό, τρέχουσα θηλυκό, τρέχον ουδέτερο

  1. που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
    Η τρέχουσα χρονική περίοδος
    Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.
  2. που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή
    Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.
  3. που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες
    Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.
    Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.


[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

  • έκτακτος (μη έχων σχέση με τις καθημερινές ανάγκες)

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες