τρίμηνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίμηνο < τρίμηνος < τρι- (< τρία) + μήνας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρίμηνο αρσενικό

  1. χρονική διάρκεια τριών μηνών
  2. υποδιαίρεση του σχολικού έτους στα ελληνικά γυμνάσια· στο τέλος κάθε τριμήνου οι μαθητές παίρνουν την προφορική βαθμολογία τους
    ανέβηκαν οι βαθμοί του στο β' τρίμηνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]