τραβεστί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τραβεστί < από το γαλλικό travesti, μετοχή του ρήματος travestir, διαστρεβλώνω
Ουσιαστικό [
]
τραβεστί αρσενικό άκλιτο
- παθητικός ομοφυλόφιλος που ντύνεται με γυναικεία ρούχα και συμπεριφέρεται με θηλυπρέπεια
- Οι τραβεστί διεκδικούν τα δικαιώματα τους.
Επίθετο [
]
τραβεστί άκλιτο
- οικονομία τραβεστί, τραβεστί βραβεία, τραβεστί γλώσσα
Συνώνυμα [
]
- (χυδαία) τραβέλι, τραβεστόνι.
Μεταφράσεις [
]
τραβεστί