τραβεστί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τραβεστί < γαλλική travesti < ιταλικά travestire "μεταμφιέζομαι" < vestire < λατινικά vestio < vestis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wes-ti(h₂)- < *wes-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τραβεστί αρσενικό ή και θηλυκό άκλιτο

  • άτομο αρσενικού φύλου που ντύνεται με γυναικεία ρούχα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

τραβεστί άκλιτο

οικονομία τραβεστί, τραβεστί βραβεία, τραβεστί γλώσσα


32πχ Μεταφράσεις[]