τραβώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τραβώ < μεσαιωνική ελληνική τραυῶ < ταυρῶ < αρχαία ελληνική ταῦρος
Ρήμα [
]
τραβώ και τραβάω , παρατ.: τραβούσα, στιγμ. μέλλ.: θα τραβήξω, αόρ.: τράβηξα , παθ.φωνή: τραβιέμαι , μτχ.π.π.: τραβηγμένος
- (μεταβατικό) προσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ
- (μεταβατικό) υποφέρω
- έχω τραβήξει των παθών μου τον τάραχο μ' αυτό το παιδί
Εκφράσεις[
]
- του τραβάω ένα ξύλο, του τραβάω ένα γερό χέρι ξύλο → βλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
- τι τραβώ, ο έρ'μος...
- τραβάω το μαλλί (κάποιου)