τραγωδία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τραγωδία τραγωδίες
γενική τραγωδίας τραγωδιών
αιτιατική τραγωδία τραγωδίες
κλητική τραγωδία τραγωδίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τραγωδία < αρχαία ελληνική τραγῳδία < τράγων ᾠδή, τραγούδι Χορού του οποίου τα μέλη είναι μεταμφιεσμένοι σε Σατύρους (τραγόμορφους δαίμονες)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɾa.ɣɔ.ˈði.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τραγωδία θηλυκό

  1. είδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο και αποσκοπεί στο να συγκινήσει και να διδάξει
  2. ένα έργο που ανήκει στο είδος αυτό
  3. είδος του νεότερου θεάτρου με τραγικό χαρακτήρα
  4. (μεταφορικά) γεγονός που συγκλονίζει με το μέγεθος της καταστροφής που προκλήθηκε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]