τραπέζι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραπέζι | τραπέζια |
| Γενική | τραπεζιού | τραπεζιών |
| Αιτιατική | τραπέζι | τραπέζια |
| Κλητική | τραπέζι | τραπέζια |
Ετυμολογία
- τραπέζι < μεσαιωνική ελληνική τραπέζιν < αρχαία ελληνική τραπέζιον, υποκοριστικό του τράπεζα
Ουσιαστικό
τραπέζι ουδέτερο
- έπιπλο με τέσσερα, συνήθως, πόδια
- το τραπέζι της κουζίνας
- χειρουργικό τραπέζι
- το γεύμα ή το δείπνο
- με κάλεσαν σε τραπέζι
Εκφράσεις
- κλείνω τραπέζι (σε εστιατόριο ή νυχτερινό κέντρο): κρατώ θέση
- ρίχνω στο τραπέζι (πρόταση): υποβάλλω, παρουσιάζω (μια πρόταση) στους συνομιλητές μου
- κάθομαι στο τραπέζι: παίρνω θέση για να γευματίσω
- στρώνω / βάζω τραπέζι: τοποθετώ το σερβίτσιο και το φαγητό στο τραπέζι
- ξεστρώνω / μαζεύω το τραπέζι: μαζεύω μετά το φαγητό όσα έβαλα πάνω στο τραπέζι
- κάνω το τραπέζι (σε κάποιον): παραθέτω γεύμα (σε κάποιον)
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
έπιπλο