τρις
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τρις < αρχαία ελληνική τρίς
[
]
Επίρρημα
τρις
- τρεις φορές
- και πριν προλάβω τρις να σ' αρνηθώ // σκούριασε το κλειδί του παραδείσου (από το τραγούδι "Ερωτικό" σε μουσική Θ.Μικρούτσικου και στίχους Άλκη Αλκαίου)
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Πρόθημα
τρις
- επιτατικό πρώτο συνθετικό που σημαίνει το υπερβολικό, το υπέρμετρο
- τρισάθλιος
- τρισεύγενη
- τρισκαταραμένος
- τρισένδοξος
- τρισάγιο
- πρώτο συνθετικό που σημαίνει κυριολεκτικά αυτό που απαντάται τρεις φορές
- τρισδιάστατος (τρεις διαστάσεις, όχι επίπεδος)
- αλί και τρισαλί
- τρισέλιδος