τρομπέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τρομπέτα | τρομπέτες |
| γενική | τρομπέτας | τρομπετών |
| αιτιατική | τρομπέτα | τρομπέτες |
| κλητική | τρομπέτα | τρομπέτες |
Ετυμολογία [
]
- τρομπέτα < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /tɾɔ.ˈbɛ.ta/
Ουσιαστικό [
]
τρομπέτα θηλυκό