τροχαλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροχαλία τροχαλίες
γενική τροχαλίας τροχαλιών
αιτιατική τροχαλία τροχαλίες
κλητική τροχαλία τροχαλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τροχαλία < αρχαία ελληνική < τροχίλος < τροχός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɾɔ.xa.ˈli.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τροχαλία θηλυκό

  1. τροχός του οποίου η στεφάνη έχει αύλακα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμόσει σε αυτήν ένα σχοινί· χρησιμοποιείται για την ανύψωση βαρών
    • σταθερή ή πάγια τροχαλία: τροχαλία στερεωμένη σε σταθερό σημείο
    • κινητή ή ελεύθερη τροχαλία: τροχαλία κινούμενη ελεύθερα
  2. τροχαλία με ιμάντα: τροχός σε μηχανή που περιστρέφεται και και μεταδίδει με ιμάντα την κίνησή του σε άλλα τμήματα της μηχανής

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]