τροχιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τροχιά | τροχιές |
| γενική | τροχιάς | τροχιών |
| αιτιατική | τροχιά | τροχιές |
| κλητική | τροχιά | τροχιές |
[
]
Ετυμολογία
- τροχιά < τροχός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
τροχιά θηλυκό
- (αστρονομία) η διαδρομή που ακολουθεί ένα ουράνιο σώμα καθώς περιφέρεται, λόγω βαρύτητας, γύρω από ένα άλλο σώμα με μεγαλύτερη μάζα
- ο δορυφόρος τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη γη
- (μεταφορικά) η πορεία της ζωής κάποιου
