τρόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρόπος τρόποι
γενική τρόπου τρόπων
αιτιατική τρόπο τρόπους
κλητική τρόπε τρόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρόπος < τρεπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τρόπος αρσενικό Είναι η μέθοδος,το μέσο.Μπορεί επίσης να σημαίνει το φέρσιμο,τη συμπεριφορά(π.χ.είχε καλούς τρόπους).Μεταφορικά μπορεί να σημαίνει το μέσο,με την εννοια της περιουσίας(π.χ.έχει τον τρόπο της η χήρα).

32πχ Μεταφράσεις[]