τρόπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τρόπος | τρόποι |
| γενική | τρόπου | τρόπων |
| αιτιατική | τρόπο | τρόπους |
| κλητική | τρόπε | τρόποι |
Ετυμολογία [
]
- τρόπος < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
τρόπος αρσενικό