τσέλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσέλο | τσέλα |
| γενική | τσέλου | τσέλων |
| αιτιατική | τσέλο | τσέλα |
| κλητική | τσέλο | τσέλα |
Ετυμολογία [
]
- τσέλο < cello < σύντμηση του violoncello
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
τσέλο ουδέτερο ή βιολοντσέλο
- βλέπε βιολοντσέλο