τσέλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσέλο τσέλα
γενική τσέλου τσέλων
αιτιατική τσέλο τσέλα
κλητική τσέλο τσέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσέλο < cello < σύντμηση του violoncello

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈtsɛ.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσέλο ουδέτερο ή βιολοντσέλο