τσίφτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσίφτης | τσίφτηδες και τσίφτες |
| γενική | τσίφτη | τσίφτηδων |
| αιτιατική | τσίφτη | τσίφτηδες και τσίφτες |
| κλητική | τσίφτη | τσίφτηδες και τσίφτες |
Ετυμολογία [
]
- τσίφτης < τουρκική çift < περσική cuft جفت
Ουσιαστικό [
]
τσίφτης αρσενικό
- άνθρωπος έξυπνος
- άψογος στην εμφάνιση ή στην συμπεριφορά
- Τον εμπιστεύομαι, είναι πολύ τσίφτης.
- μάγκας
- μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής
- (ορνιθολογία) είδος αετού (Milvus migrans)
[
]
Μεταφράσεις [
]
τσίφτης