τσίφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίφτης τσίφτηδες
και τσίφτες
γενική τσίφτη τσίφτηδων
αιτιατική τσίφτη τσίφτηδες
και τσίφτες
κλητική τσίφτη τσίφτηδες
και τσίφτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσίφτης < τουρκική çift < περσική cuft جفت

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

τσίφτης αρσενικό

  1. άνθρωπος έξυπνος
  2. άψογος στην εμφάνιση ή στην συμπεριφορά
    Τον εμπιστεύομαι, είναι πολύ τσίφτης.
  3. μάγκας
    μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής
  4. (ορνιθολογία) είδος αετού (Milvus migrans)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []