τσίχλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσίχλα | τσίχλες |
| γενική | τσίχλας | τσιχλών |
| αιτιατική | τσίχλα | τσίχλες |
| κλητική | τσίχλα | τσίχλες |
[
]
Ετυμολογία
- τσίχλα <
- αρχαία ελληνική κίχλη
- αγγλική chicle < ισπανική chicle < ναχουάτλ tziktli
[
]
Ουσιαστικό
τσίχλα θηλυκό
- κοινή ονομασία για διάφορα είδη στρουθιόμορφων πουλιών του γένους Turdus
- (μεταφορικά) αδύνατη γυναίκα
- προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασιέται για αρκετό χρονικό διάστημα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
τσίχλα (για μάσημα)