τσίχλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίχλα τσίχλες
γενική τσίχλας τσιχλών
αιτιατική τσίχλα τσίχλες
κλητική τσίχλα τσίχλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τσίχλα <
  1. αρχαία ελληνική κίχλη
  2. αγγλική chicle < ισπανική chicle < ναχουάτλ tziktli

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τσίχλα θηλυκό

  1. κοινή ονομασία για διάφορα είδη στρουθιόμορφων πουλιών του γένους Turdus
  2. (μεταφορικά) αδύνατη γυναίκα
  3. προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασιέται για αρκετό χρονικό διάστημα

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη