τσίχλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίχλα τσίχλες
γενική τσίχλας τσιχλών
αιτιατική τσίχλα τσίχλες
κλητική τσίχλα τσίχλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσίχλα <
  1. αρχαία ελληνική κίχλη
  2. αγγλική chicle < ισπανική chicle < ναχουάτλ tziktli

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσίχλα θηλυκό

  1. κοινή ονομασία για διάφορα είδη στρουθιόμορφων πουλιών του γένους Turdus
  2. (μεταφορικά) αδύνατη γυναίκα
  3. προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασιέται για αρκετό χρονικό διάστημα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]