τσαγκάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαγκάρης τσαγκάρηδες
γενική τσαγκάρη τσαγκάρηδων
αιτιατική τσαγκάρη τσαγκάρηδες
κλητική τσαγκάρη τσαγκάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσαγκάρης < μεσαιωνική ελληνική τσαγγάρις < Από το τσαγγάριος. < Από το ουσιαστικό τσάγγα, είδος μαλακού παπουτσιού.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσαγκάρης αρσενικό

  • Αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

και

32πχ Μεταφράσεις[]