τσαγκάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαγκάρης τσαγκάρηδες
γενική τσαγκάρη τσαγκάρηδων
αιτιατική τσαγκάρη τσαγκάρηδες
κλητική τσαγκάρη τσαγκάρηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τσαγκάρης < από το μεσαιωνικό τσαγγάρις. < Από το τσαγγάριος. < Από το ουσιαστικό τσάγγα, είδος μαλακού παπουτσιού.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τσαγκάρης αρσενικό

  • Αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα.


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

και

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη