τσαγκάρης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσαγκάρης | τσαγκάρηδες |
| γενική | τσαγκάρη | τσαγκάρηδων |
| αιτιατική | τσαγκάρη | τσαγκάρηδες |
| κλητική | τσαγκάρη | τσαγκάρηδες |
[
]
Ετυμολογία
- τσαγκάρης < από το μεσαιωνικό τσαγγάρις. < Από το τσαγγάριος. < Από το ουσιαστικό τσάγγα, είδος μαλακού παπουτσιού.
[
]
Ουσιαστικό
τσαγκάρης αρσενικό
- Αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα.
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
και
[
]
Μεταφράσεις
τσαγκάρης