τσεκούρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσεκούρι | τσεκούρια |
| γενική | τσεκουριού | τσεκουριών |
| αιτιατική | τσεκούρι | τσεκούρια |
| κλητική | τσεκούρι | τσεκούρια |
[
]
Ετυμολογία
- τσεκούρι < μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής σεκούριον < λατινική securis
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /tsɛ.ˈku.ɾi/
[
]
Ουσιαστικό
τσεκούρι ουδέτερο
- εργαλείο για το κόψιμο δέντρων ή ξύλων, αποτελούμενο από ξύλινη λαβή και βαριά κεφαλή με κοφτερή άκρη
- παλιό πολεμικό όπλο
- (μεταφορικά) απορριπτική βαθμολογία σε σχολικό μάθημα· ο αυστηρός βαθμολογητής
- φημολογείται ότι με το νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στη φυσική
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
τσεκούρι