τσιγγάνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσιγγάνος | τσιγγάνοι |
| γενική | τσιγγάνου | τσιγγάνων |
| αιτιατική | τσιγγάνο | τσιγγάνους |
| κλητική | τσιγγάνε | τσιγγάνοι |
[
]
Ετυμολογία
- τσιγγάνος < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίγγανος < αρχαία ἀθίγγανος, που δεν ακουμπά
- Προέρχεται από ένα μανιχαϊκό θρήσκευμα, προερχόμενο από τη Φρυγία.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ʦiŋ.ˈga.nɔs/
[
]
Ουσιαστικό
τσιγγάνος αρσενικό