τσιμέντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιμέντο τσιμέντα
γενική τσιμέντου τσιμέντων
αιτιατική τσιμέντο τσιμέντα
κλητική τσιμέντο τσιμέντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσιμέντο < ιταλική cemento < λατινική caementum (caed mentum) < από το ρήμα caedere (σπάω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσιμέντο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]