τσουγκράνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τσουγκράνα < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
τσουγκράνα θηλυκό
- εργαλείο με μακριά λαβή και μεταλλικά δόντια που χρησιμοποιείται για το μάζεμα των πεσμένων φύλλων, για ένα ελαφρό σκάψιμο του επιφανειακού χώματος και άλλες εργασίες