τυχαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τυχαίνω < αρχαία ελληνική τυγχάνω
Ρήμα [
]
τυχαίνω
- (στο γ΄ πρόσωπο) συμβαίνει κάτι κατά τύχη
- έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα
- σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα
- αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης
- τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα
[
]
- ατυχία, άτυχος, ατυχής
- δυστυχία, δύστυχος, δυστυχής, δυστυχισμένος, δυστυχώ
- ευτυχία, ευτυχής, ευτυχισμένος, ευτυχώ
- κακοτυχία, κακότυχος
- καλοτυχία, καλότυχος, καλοτυχίζω
- τύχη
- τυχερός, τυχερό
- τυχαίος