τυχαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυχαίος < ελληνιστική κοινή τυχαῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ti.ˈçɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ti.ˈçɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ti.ˈçɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

τυχαίος, -α, -ο

  1. που συμβαίνει ως αποτέλεσμα της τύχης και όχι σκόπιμης ενέργειας
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σκόπιμος
    μια τυχαία ανακάλυψη
  2. που επιλέγεται στην τύχη
    η ανάλυση έγινε πάνω σε ένα τυχαίο δείγμα
  3. που ανήκει στη μάζα, το πλήθος, και δεν έχει διακριθεί για κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διακεκριμένος
    μη μου μιλάς έτσι, δεν είμαι εγώ κανένας τυχαίος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]