τυχοδιώκτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ti.xɔ.ˈðʝɔ.ktis/
Ουσιαστικό [
]
τυχοδιώκτης αρσενικό
- αυτός που εκμεταλλεύεται όλες τις περιστάσεις για να πετύχει στη ζωή του
- (συνεκδοχικά) αυτός που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, έστω και αθέμιτο, για να πετύχει το σκοπό του
Μεταφράσεις [
]
τυχοδιώκτης