τυχοδιώκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυχοδιώκτης < τύχη + διώκτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ti.xɔ.ˈðʝɔ.ktis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τυχοδιώκτης αρσενικό

  1. αυτός που εκμεταλλεύεται όλες τις περιστάσεις για να πετύχει στη ζωή του
  2. (συνεκδοχικά) αυτός που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, έστω και αθέμιτο, για να πετύχει το σκοπό του

32πχ Μεταφράσεις[]