τόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόμος τόμοι
γενική τόμου τόμων
αιτιατική τόμο τόμους
κλητική τόμε τόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τόμος < αρχαία ελληνική τόμος < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τόμος αρσενικό

  1. το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
    ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ"

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]