τόπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- τόπος < αρχαία ελληνική τόπος
Ουσιαστικό
τόπος αρσενικό
Εκφράσεις
- έμεινα στον τόπο → βλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
- κοινός τόπος: κάτι που όλοι παραδέχονται ή επαναλαμβάνουν - κοινοτοπία