τόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόπος τόποι
γενική τόπου τόπων
αιτιατική τόπο τόπους
κλητική τόπε τόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τόπος < αρχαία ελληνική τόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τόπος αρσενικό

  1. μέρος, χώρος
  2. (μαθηματικά) σύνολο σημείων του επιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα

Εκφράσεις[]

  • έμεινα στον τόποβλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
  • κοινός τόπος: κάτι που όλοι παραδέχονται ή επαναλαμβάνουν - κοινοτοπία

32πχ Μεταφράσεις[]