τόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόπος τόποι
γενική τόπου τόπων
αιτιατική τόπο τόπους
κλητική τόπε τόποι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τόπος < αρχαία ελληνική τόπος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τόπος αρσενικό

  1. μέρος, χώρος
  2. (μαθηματικά) σύνολο σημείων του πιπέδου ή του χώρου με μια κοινή ιδιότητα

[] Εκφράσεις

  • έμεινα στον τόποβλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
  • κοινός τόπος: κάτι που όλοι παραδέχονται ή επαναλαμβάνουν - κοινοτοπία

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες