υγρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική υγρός υγρή υγρό
γενική υγρού υγρής υγρού
αιτιατική υγρό υγρή υγρό
κλητική υγρέ υγρή υγρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υγροί υγρές υγρά
γενική υγρών υγρών υγρών
αιτιατική υγρούς υγρές υγρά
κλητική υγροί υγρές υγρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός


Open book 01.svg Επίθετο[]

υγρός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει
    μετάβαση από την στερεή στην υγρή κατάσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ρευστός, υδατώδης
  2. που έχει βραχεί
    υγρά μάτια (μάτια δακρυσμένα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βρεγμένος, διάβροχος, κάθυγρος, νοτερός, νοτισμένος, μούσκεμα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: στεγνός

Εκφράσεις[]

  • υγρά σύμφωνα: τα γράμματα λ και ρ
  • υγρό πυρ: εύφλεκτο υγρό μίγμα που χρησιμοποιούνταν ως όπλο από τους Βυζαντινούς ναυτικούς
  • υγρός τάφος: η θάλασσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]