υδράργυρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υδράργυρος υδράργυροι
γενική υδραργύρου υδραργύρων
αιτιατική υδράργυρο υδραργύρους
κλητική υδράργυρε υδράργυροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υδράργυρος < υδρ- (< υδρο-) + άργυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ˈðɾaɾ.ʝi.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υδράργυρος σε ποτήρι

υδράργυρος αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) υγρό μεταλλικό στοιχείο με αργυρό χρώμα και ατομικό αριθμό 80
    Σύμβολο Hg
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα του παραπάνω στοιχείου στα θερμόμετρα

Εκφράσεις[]

  • ανεβαίνει / κατεβαίνει ο υδράργυρος : αυξάνεται / μειώνεται η θερμοκρασία // (μεταφορικά) αυξάνεται / μειώνεται η ένταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]