υπάλληλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπάλληλος υπάλληλοι
γενική υπαλλήλου υπαλλήλων
αιτιατική υπάλληλο υπαλλήλους
κλητική υπάλληλε υπάλληλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. υπάλληλος < αρχαία ελληνική ὑπάλληλος (επίθετο)
  2. ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈpa.li.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπάλληλος, -η, -ο

  1. υπάλληλες έννοιες: ζεύγος (ή ομάδα) εννοιών από τις οποίες η μία είναι ευρύτερη ενώ η άλλη στενότερη, υπάγεται στην πρώτη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπάλληλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μηνιαίο μισθό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]