υπάλληλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπάλληλος υπάλληλοι
γενική υπαλλήλου υπαλλήλων
αιτιατική υπάλληλο υπαλλήλους
κλητική υπάλληλε υπάλληλοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  1. υπάλληλος < αρχαία ελληνική ὑπάλληλος (επίθετο)
  2. ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /i.ˈpa.li.lɔs/

[] Open book 01.svg Επίθετο

υπάλληλος, -η, -ο

  1. υπάλληλες έννοιες: ζεύγος (ή ομάδα) εννοιών από τις οποίες η μία είναι ευρύτερη ενώ η άλλη στενότερη, υπάγεται στην πρώτη

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

υπάλληλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μηνιαίο μισθό

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες