υπάρχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπάρχων, λόγια μετοχή ενεστώτα του ρήματος υπάρχω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπάρχων, -ουσα, -ον

  1. που υπάρχει κατά τη συγκεκριμένη στιγμή
    οι υπάρχοντες οικονομικοί πόροι δεν είναι αρκετοί για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

υπάρχων αρσενικό

  1. ύπαρχος, στη γενική του πληθυντικού