υπάρχων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- υπάρχων, λόγια μετοχή ενεστώτα του ρήματος υπάρχω
Μετοχή [
]
υπάρχων, -ουσα, -ον
- που υπάρχει κατά τη συγκεκριμένη στιγμή
- οι υπάρχοντες οικονομικοί πόροι δεν είναι αρκετοί για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου
Δείτε επίσης [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
υπάρχων αρσενικό
- ύπαρχος, στη γενική του πληθυντικού