υπέρηχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπέρηχος υπέρηχοι
γενική υπερήχου υπερήχων
αιτιατική υπέρηχο υπερήχους
κλητική υπέρηχε υπέρηχοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

υπέρηχος : μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική ultrasound < υπερ- + ήχος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

υπέρηχος αρσενικό

  1. ταλάντωση που έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τον ήχο αλλά πολύ μεγαλύτερη συχνότητα, έτσι ώστε να μη γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο αυτί
  2. (ιατρική) το υπερηχογράφημα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες