υπέρμετρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική υπέρμετρος υπέρμετρη υπέρμετρο
γενική υπέρμετρου υπέρμετρης υπέρμετρου
αιτιατική υπέρμετρο υπέρμετρη υπέρμετρο
κλητική υπέρμετρε υπέρμετρη υπέρμετρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπέρμετροι υπέρμετρες υπέρμετρα
γενική υπέρμετρων υπέρμετρων υπέρμετρων
αιτιατική υπέρμετρους υπέρμετρες υπέρμετρα
κλητική υπέρμετροι υπέρμετρες υπέρμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπέρμετρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

υπέρμετρος, -η, -ο

  1. που υπερβαίνει το μέτρο, ο υπερβολικός
    αυτό που τον έφαγε ήταν ο υπέρμετρος εγωισμός του


32πχ Μεταφράσεις[]