υπέρυθρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
υπέρυθρος αρσενικό, υπέρυθρη θηλυκό, υπέρυθρο ουδέτερο
Στην καθαρεύουσα, υπέρυθρος αρσενικό ή θηλυκό, υπέρυθρον ουδέτερο
- Που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό, κοκκινωπός.
- υπέρυθρες ακτίνες : ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος είναι μεγαλύτερο από το μήκος κύματος του ορατού φάσματος, και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε 700 νm και 1 mm.
Συνώνυμα [
]
Αντώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
υπέρυθρος