υπήκοος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υπήκοος | υπήκοοι |
| γενική | υπηκόου | υπηκόων |
| αιτιατική | υπήκοο | υπηκόους |
| κλητική | υπήκοε | υπήκοοι |
Ετυμολογία [
]
- υπήκοος < αρχαία ελληνική ὑπήκοος < ὑπό + ἀκοή
Ουσιαστικό [
]
υπήκοος αρσενικό ή θηλυκό
- πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους, ο πολίτης ενός κράτους
- ο υποκείμενος στην εξουσία
Μεταφράσεις [
]
που έχει υπηκοότητα (αρσενικό)
|
που έχει υπηκοότητα (θηλυκό)
|
|
υποκείμενος (θηλυκό)