υπαινίσσομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπαινίσσομαι < αρχαία ελληνική ὑπαινίσσομαι < ὑπο- + αἰνίσσομαι < αἶνος

Open book 01.svg Ρήμα[]

υπαινίσσομαι, παρατ.: υπαινισσόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα υπαινιχθώ, αόρ.: υπαινίχθηκα

  1. κάνω έναν υπαινιγμό, αναφέρομαι έμμεσα σε ένα θέμα και χωρίς να το λέω καθαρά, ωστόσο υπονοώ κάτι


32πχ Μεταφράσεις[]