υπακούω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- υπακούω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.pa.ˈku.ɔ/
[
]
Ρήμα
υπακούω
- ακολουθώ τις εντολές, πειθαρχώ στις διαταγές που δέχομαι
- (για μηχανήματα) λειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή
- ο οδηγός πάτησε φρένο, αλλά το αυτοκίνητο δεν υπάκουσε κι έπεσε πάνω στο προπορευόμενο όχημα