υπερασπίζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- υπερασπίζομαι < υπερασπίζω < υπέρ + ασπίζω (=προστατεύω) < ασπίς
[
]
Ρήμα
υπερασπίζομαι
- είμαι υπέρμαχος κάποιου, προσφέρω προστασία ή έμπρακτη υποστήριξη σε κάποιον, αγωνίζομαι για να απομακρύνω κινδύνους από καποιον ή κάτι
- θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου, υπερασπιστήκαμε τα συμφέροντά μας, είχαν υπερασπιστεί την παρτίδα τους
- συνηγορώ για κάποιον στο δικαστήριο
- τον υπερασπίζεται ικανός δικηγόρος
[
]
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
υπερασπίζομαι