υπερασπίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

υπερασπίζομαι < υπερασπίζω < υπέρ + ασπίζω (=προστατεύω) < ασπίς

[] Open book 01.svg Ρήμα

υπερασπίζομαι

  • είμαι υπέρμαχος κάποιου, προσφέρω προστασία ή έμπρακτη υποστήριξη σε κάποιον, αγωνίζομαι για να απομακρύνω κινδύνους από καποιον ή κάτι
θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου, υπερασπιστήκαμε τα συμφέροντά μας, είχαν υπερασπιστεί την παρτίδα τους
  • συνηγορώ για κάποιον στο δικαστήριο
τον υπερασπίζεται ικανός δικηγόρος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη