υπερβολικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπερβολικός < ελληνιστική κοινή ὑπερβολικός < ὑπέρ + βάλλω

Open book 01.svg Επίθετο[]

υπερβολικός, -ή, -ό

  1. που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση
    στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία
    • μεγαλύτερος από το επιτρεπτό ή από το ανεκτό
      πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών
  2. (για πρόσωπο) που υπερβάλλει μιλώντας
    μη γίνεσαι υπερβολικός
  3. που αναφέρεται στη γεωμετρική υπερβολή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]