υπερσυντέλικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερσυντέλικος υπερσυντέλικοι
γενική υπερσυντελίκου
ή υπερσυντέλικου
υπερσυντελίκων
ή υπερσυντέλικων
αιτιατική υπερσυντέλικο υπερσυντελίκους
ή υπερσυντέλικους
κλητική υπερσυντέλικε υπερσυντέλικοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

υπερσυντέλικος < ελληνιστική κοινή ὑπερσυντέλικος < ὑπέρ + συντελώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

υπερσυντέλικος αρσενικό

  1. (γραμματική) χρόνος των ρημάτων με τον οποίο δείχνεται ότι η πράξη έγινε στο παρελθόν και πριν από κάτι άλλο
    ο υπερσυντέλικος του ρήματος βάφω είναι: ειχα βαψει


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες