υπερσυντέλικος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υπερσυντέλικος | υπερσυντέλικοι |
| γενική | υπερσυντελίκου ή υπερσυντέλικου |
υπερσυντελίκων ή υπερσυντέλικων |
| αιτιατική | υπερσυντέλικο | υπερσυντελίκους ή υπερσυντέλικους |
| κλητική | υπερσυντέλικε | υπερσυντέλικοι |
[
]
Ετυμολογία
- υπερσυντέλικος < ελληνιστική κοινή ὑπερσυντέλικος < ὑπέρ + συντελώ
[
]
Ουσιαστικό
υπερσυντέλικος αρσενικό
- (γραμματική) χρόνος των ρημάτων με τον οποίο δείχνεται ότι η πράξη έγινε στο παρελθόν και πριν από κάτι άλλο
- ο υπερσυντέλικος του ρήματος βάφω είναι: ειχα βαψει
[
]
Μεταφράσεις
υπερσυντέλικος