υπερχείλιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερχείλιση υπερχειλίσεις
γενική υπερχείλισης
& υπερχειλίσεως
υπερχειλίσεων
αιτιατική υπερχείλιση υπερχειλίσεις
κλητική υπερχείλιση υπερχειλίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπερχείλιση < υπερχειλίζω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπερχείλιση θηλυκό

  1. το ξεχείλισμα
  2. ο μηχανισμός ή το άνοιγμα σε υδραυλικά συστήματα (συνήθως δεξαμενές), από όπου αποβάλλεται το επιπλέον υγρό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]