υπηκοότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπηκοότητα υπηκοότητες
γενική υπηκοότητας υπηκοοτήτων
αιτιατική υπηκοότητα υπηκοότητες
κλητική υπηκοότητα υπηκοότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπηκοότητα < καθαρεύουσα ὑπηκοότης < ὑπήκοος + -ότης/-ότητα < αρχαία ελληνική ὑπήκοος < ὑπακούω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπηκοότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του υπηκόου, το να είναι κανείς πολίτης ενός κράτους και να έχει τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]