υποβάλλω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- υποβάλλω < αρχαία ελληνική ὑποβάλλω < ὑπό + βάλλω
[
]
Ρήμα
υποβάλλω
- καταθέτω ένα έγγραφο σε ανώτερη αρχή
- υποβάλλω μία πρόταση, αίτηση, αναφορά
- αναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι
- τον υπέβαλαν σε φοβερά βασανιστήρια
- σχηματίζω στον ψυχικό κόσμο κάποιου μια ιδέα ή εντύπωση με έμμεσο τρόπο
- ο συγγραφέας υποβάλλει την εντύπωση ...
- καθηλώνω κάποιον με ένα έργο τέχνης
- με υποβάλλει αυτή η μουσική
[
]
[
]
Μεταφράσεις
υποβάλλω