υποβοηθώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποβοηθώ < μεσαιωνική ελληνική υποβοηθώ < υπο- + βοηθώ

Ρήμα[επεξεργασία]

υποβοηθώ (παθητική φωνή: υποβοηθούμαι)

Συγγενικά[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]